Loading...

tisdag 14 januari 2014

ΛΑΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ 1943-44



2014-01-14, 09:10, -7° -9° -11° 2 m/s, Uppsala -9° NO 2 m/s. Solen upp kl. 08:37 Solen ned kl. 15:19. Ἂρημαρ νεφελώδης χιών, tisdag molnigt snöigt, Tuesday cloudy snow.
Ἡ Ἐπιχείρησις Δικαιώσεως
Ἀπὸ τὸ 1977 ἒως τὸ 1988 ἐπῆλθεν μία Ἐπιχείρησις Δικαιώσεως τῶν διαφόρων Ἀνόμων καὶ Παρανόμων Πράξεων, αὐτῶν τῶν Ἐγκλημάτων, τοῦ Λεγόμενου Σοσιαλιστικοῦ καὶ Κομμουνιστικοῦ Κινήματος εἰς τὴν Ἑλλάδα ἢδη ἀπὸ τὴν πρώτη παρουσία του εἰς ὀργανωμένην μορφήν, τὸ 1918.
Τὸ ΚΚΕ ὡς γνωστόν τέθηκε ἐναντίον τῆς συμμετοχῆς εἰς τὸ Ἀλβανικόν Μέτωπον ὡς καὶ ἡ τότε Ἀριστερά. Ἐκεῖνον ὃμως τὸ ὁποῖον εἶναι ὁλιγώτερον γνωστόν εἶναι οἱ διαρκεῖς ἐπιχειρήσεις καπηλείας τοῦ συνολικοῦ Ἐθνικοαπελευθερωτικοῦ Ἀγῶνος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ (1940 – 1945).
Τὸ τρισαμαρτωλόν, λοιπόν, ΚΚΕ καὶ ἡ Ἀριστερά, μέσω τοῦ ΕΑΜ, «ἳδρυσεν» τὸ 1943 μεταξύ ἂλλων, καὶ τὰ ΛΑΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ. Τὰ ὁποῖα μὲ ἐκτενή δημοσιογραφία τὸ ’80 ἐπεχείρησε νὰ «Δικαιώσῃ -Ἐξιλεώσῃ». Μία ἀπὸ τὶς Ἐγκληματικές ἐνέργειες ἑνός «ψευδο-δικαστηρίου» ἦτο καὶ ἡ Καταδίκη τοῦ 15ετοῦς τότε πατέρα μου Διονυσίου, ΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΝ, τὴν 6ην Ἰουνίου 1944. Εὐτυχῶς ὃμως ποὺ δὲν ὑπῆρχε «σφαγέας» παρὼν καὶ λόγῳ τοῦ ὃτι ἀντετάχθη (μόνος) ὁ πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου, κάποιος παποῦς του, ἐστάλθη πρὸς τὸ ἐσωτερικόν τῆς Πελοποννήσου καὶ δὴ εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον - Κέντρον τοῦ ΕΑΜ εἰς τὸ Σιμόπουλον Ἠλείας. Τελικῶς ὁ μικρός Διονύσιος παρέμεινεν ἐν ἐξορίᾳ ἒως τὴν 20 Σεπτεμβρίου 1944, ὁπότε Ὑπεγράφη ἡ Γενική Ἀμνηστία, μὲ τὴν Συμφωνία τῆς Βάρκιζας καὶ διεσώθη τῆς Ἐκτελέσεως.
 Ἱστορικόν δοκίμιον
ΛΑΪΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ 1944, ΜΠΟΡΣΙ - ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΝ

ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ (1928-1999)

Εἶναι Μάρτιος 1997. Νέα Μανωλάς, Ἠλεία. Ὁ Διονυσάκης ἒβγαλε ἓνα τσιγάρο καὶ μοῦ ζήτησε φωτιά. Παρανόμως. Τοῦ εἶχαν ἀπαγορεύσει τὸ κάπνισμα, διότι τὰ πνευμόνια του εἶχαν τελειώσει, πρὸ πολλοῦ. «Βάλε τὸ μαγνητόφωνο», εἶπε, «πρέπει νὰ μάθῃς κάποια πράγματα» καὶ προσποιήθηκε ὃτι κάπνιζε.
«Τὸν Μάϊ τοῦ 1944, εἶχα πάει στὸ πόδι τοῦ νουνοῦ μου τοῦ Νιόνιου στὰ κάτεργα τῶν Γερμανῶν πέρα στὸ Λάππα. Εἶχε τὴν ταβέρνα ὁ νουνός μου καὶ ἐδικαιολογήθηκε γιὰ νὰ φύγῃ μὴν τυχόν καὶ τὸν προδόσουν, γιατί ἦταν ἀρχηγός τοῦ ΕΑΜ. Ἐγώ ἢμουν 15 ἐτῶν καὶ τότε στὴν πείνα, ἒκανα θελήματα στὴν ταβέρνα μήπως μοῦ δόσουν κάνα φαγώσιμο νὰ πάω στὸ σπίτι.
Τοὺς κουβαλοῦσαν λοιπόν ὃλους ἐκεῖ στὰ Ἒργα-κάτεργα γιὰ «Προσωπική Ἐργασία», δηλαδή κόλπο «τσάμπα». Ἐκεῖ ‘σκάβαμε ὁλημερίς καὶ οἱ Γερμανοί μᾶς ἒδιναν μιά χούφτα σταφίδες.
Μετὰ ἀπὸ δύο ἑβδομάδες περίπου, σὲ ἓνα διάλειμμα πειραζόμαστε μὲ ἓνα Γερμανό στρατιώτη. Ἐκείνου ὃμως δὲν τοῦ ἂρεσε νὰ τοῦ κάνουν ἀστεῖα καὶ κάποια στιγμή μὲ χτύπησε μὲ τὸ κοντάκι δυνατά στὴν πλάτη. Γέμισα αἳματα. Ὓστερα μὲ ἐπῆγαν στὸ ἀναρρωτήριο.
Ἐκεῖ λοιπόν μετὰ ἀπὸ κάνα δύο ὣρες ἐμφανίστηκε κάποιος τῶν SS καὶ ἒκανε ἒλεγχο. Ὃταν ἒφτασε σὲ ‘μένα, μὲ κοίταξε περίεργα.
Τότε κάλεσε, τὸν διερμηνέα νὰ ἒλθῃ, καὶ ἐκεῖνος μὲ ‘ρώτησε:
-Γιὰ ποιόν εἶσαι ἐδῶ;
Ὃταν εἶπα ὃτι εἶχα ἒλθει γιὰ τὸ νουνό μου, τότε ἐκεῖνος, ὃπως ἢμουν ξαπλωμένος, μοῦ ἒβαλε τὸ πιστόλι, ἓνα... τὸ ξεχνάω πῶς τὸ ἒλεγαν...»
-Ἓνα Γερμανικό λούγκερ (Luger), τοῦ εἶπα.
«Ναὶ τὸ λούγκερ μὲ τὴν μακριά κάννη, μοῦ τὸ ἒβαλε στὸν κρόταφο καὶ μοῦ εἶπε, σπαστά:
-Ἐγὼ σκοτώσω! Λέγε ὂνομα!
-Λέγε ὃτι ξέρεις διότι δὲν ἀστειεύται, θὰ σὲ σκοτώσῃ. Ποῦ πῆγε ὁ Νιόνιος καὶ γιατί ἦλθες στὸ πόδι του; Λέγε ποιοί εἶναι στὴν ὀργάνωσι ἐκεῖ κάτω στὸ χωριό...ἐρώτησε ὁ διερμηνέας.
Κόντεψα νὰ χεστῶ ἐπάνω μου. Κοκκίνησα καὶ ἒκλαιγα. Περισσότερο ἒκλαιγα ἀπὸ τὸν πόνο. Μὲ πόναγε ἡ πλάτη. Ἐκεῖνοι μοῦ εἶπαν, ὃτι ἒσπασε ὁ καλόγερος ποὺ εἶχα ‘πίσω στὴν πλάτη καὶ ὃτι δὲν εἶναι τίποτε θὰ περάσῃ. Μὲ κορόϊδεψαν ὃμως οἱ κερατάδες.
Μετὰ ἀπὸ λίγη ὣρα ἀφοῦ χαλάρωσα τοὺς εἶπα ὃτι ἒκανα θελήματα τοῦ νουνοῦ μου καὶ ὃτι ἐκεῖνος εἶχε πάει νὰ σφάξῃ ‘πὰνω σὲ κάποιο χωριό.
Τότε ἀφήνιασε πάλιν ὁ Γερμανός. Ἐνῶ ὁ διερμηνέας μοῦ εἶπε, πάλι:
-Λέγε ποιοί εἶναι στὴν ὀργάνωσι διότι θὰ σὲ σκοτώσῃ!
Τοὺς εἶπα τὴν ἀλήθεια. Τοὺς εἶπα ἐκείνους ποὺ ἒβλεπα στὴν Ἀγορά καὶ στὴν ταβέρνα. Ἐκεὶνους ποὺ μπαινόβγαιναν στὸ κοινοτικό γραφεῖο καὶ στὸ σπίτι τῶν Γερμανῶν. Αὐτοὺς ἢξερα. Ὃταν τοὺς εἶπα ἒξι ἢ ἑφτά ὀνόματα μὲ σταμάτησαν. Αὐτούς τοὺς ἢξεραν οἱ Γερμανοί.
Φαίνεται ὃμως πὼς ἢξεραν περισσότερα ἀπὸ ἐμένα γιὰ τὸν νουνό μου. Ἐγὼ ποῦ νὰ ξέρω, ἀφοῦ ἢμουνα μικρός. Θελήματα ἒκανα. Κανείς δὲν μοῦ ἒλεγε ποῦ ἐπήγαινε καὶ τὶ ἒκανε. Καὶ ἐγώ πείναγα καὶ μἐ ἒτρωγαν οἱ ψεῖρες. Ποῦ ἐνόμιζαν ὃτι ‘πήγαινα, καὶ τὶ περισσότερο νόμιζαν ὃτι ἢξερα;
Ἀλλά τὸ σπουδαῖο ποιό εἶναι ὃτι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀνάφερα δὲν ἐπείραξαν κανένα. Ὃλοι ἒζησαν καὶ μάλιστα μερικοί ζοῦν ἀκόμη. Καὶ ὃπως ἒμαθα μετὰ οὒτε ποὺ τοὺς ἐνόχλησαν. Μὰ καλά γιὰ κορόϊδα τοὺς ἒχεις τοὺΓερμανούς, δὲν ξέρουν; Ἲσως ὃμως νὰ περὶμεναν νὰ ἀκούσουν κάτι ποὺ δὲν ἢξεραν.
Τὸ ἀπόγευμα μὲ ἒδιωξαν μαζί μὲ τοὺς ἂλλους γιὰ τὸ χωριό καὶ μοῦ εἶπαν νὰ μείνω σπίτι γιὰ νὰ μοῦ περάσῃ ὁ καλόγερος».
Ὓστερον ἐπῆρε μίαν ἀνάσα. Ἐκάπνισε καὶ συνέχισε:
«Δὲν ξέρω ποιός ἢ ποιοί καὶ τὶ τοὺς εἶπαν στὸ βουνό, ἀλλά τὴν ἂλλη ἡμέρα κιόλας κατέβηκαν τὴ νύχτα καὶ μὲ σήκωσαν ἀπὸ τὸ κρεββάτι γιὰ τὸ βουνό.
Ἂδικα πάλευε ἡ μητριά μου. «Ρὲ ποῦ τὸ πᾶτε τὸ παιδί νυχτιάτικα, δὲν τὸ βλέπετε ποὺ ’ναι σακατεμένο; Θὰ μοῦ πεθάνει τὸ παιδί! Ὧ κακοπώπαθα!» τοὺς ἒλεγε καὶ ἒκλαιγε.
«Μὴ φοβᾶσαι, συντρόφισσα, μιά δουλειά θὰ κάνουμε. Στὶς Βελιτσές θὰ πᾶμε». Εἶπαν καὶ μὲ φόρτωσαν σὲ ἓνα κάρρο.
«Μάθαμε πὼς μαρτύρησες, εἶπες ὀνόματα», μοῦ εἶπε θυμωμένος ὁ ἓνας, στὸ  δρόμο ποὺ πηγαίναμε. Ἐκεῖνον δὲν τὸν ἐγνώριζα.
Πειράχτηκα. Μὲ ἒπιασε κάποιος φόβος, ἀλλά νύσταζα καὶ εἶχα πυρετό. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὃτι μετά ἀπὸ λίγο δὲν ἢθελα νὰ σκέφτομαι τίποτα. Ὓστερα θὰ πήγαινα στὸν μπάρμπα μου στὶς Βελιτσές, ὃπως εἶπαν. Ἀποκοιμήθηκα.
Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα τὸ ἀπόγευμα ἐφτάσαμε στὶς Πόρτες. Ξέρεις ποὺ ‘βρίσκονται οἱ Πόρτες. Μπορεῖ νὰ κάναμε καὶ δυὸ ἡμερες...»
Ὃταν τὸν ἐρώτησα τὶ ἡμερομηνία εἶχαν φτάσει ἐκεῖ, εἶχε εἰπεῖ «Ἦταν ἀρχές Ἰουνίου. Δὲν θυμᾶμαι ποιά ‘μέρα ἀκριβῶς...», καὶ συνέχισε.
 «. Ὃταν εἶδα τὸν ἀδελφό τοῦ Παπούλη μου τοῦ Φώτη, ποὺ γνώρισες ὃταν ἢσουν μικρός, κατάλαβα ὃτι μὲ ἐπήγαιναν γιὰ τὸ δικαστήριο. Ὁ ἀδερφός τοῦ Φώτη ἦταν Πρόεδρος τοῦ Λαϊκοῦ Δικαστηρίου.
«Τὶ ἒκανες ρὲ παιδάκι μου!» μοῦ εἶχε ‘πεῖ ὁ παπούλης μου. Τότε ἐγὼ τοῦ εἶπα ὃλην τὴν ἱστορία καὶ ἐκεῖνος φάνηκε πὼς κατάλαβε...»
(Τελικῶς ὑπολογίσαμε ὃτι ἡ δίκη πρέπει νὰ ἒγινε τὴν 5η ἢ τὴν 6η Ἰουνίου 1944).
-Σὲ εἶχαν δεμένο; Τὸν ἐρώτησα.
«Μὰ τὶ λές τολμοῦσα νὰ κουνηθῶ! Κάποιος δοκίμασε νὰ μὲ δέσῃ στὸ πόδι. Ἀλλά ἢμουν ξάπλα, ἂρρωστος μὲ πυρετό. Εἶχαν καὶ ἓναν παλιογκρᾶ.
-Στὶς Πόρτες εἲμαστε ἢ στὸ Μπόρσι; Ρώτησα τὸν παπούλη μου. «Ἒξω ἀπὸ τὸ Μπόρσι εἲμαστε», μοῦ εἶπε ἐκεῖνος. Τότε κατάλαβα ὃτι φτάσαμε νωρίς γιατί τὸ Μπόρσι εἶναι πιό κοντά.
Τὴν ἂλλη ἡμέρα μὲ σήκωσαν πάνω σὲ ἓνα μουλάρι καὶ ὁ παποῦς μου εἶπε στὸν ἓνα. «Μὴν πάρῃς τὴν ἁμαρτία ἐπάνω σου. Πήγαινέ τον στὸ Ἀρχηγεῖο. Κατευθείαν στὸ Σιμόπουλο. Πέρασε καὶ ἀπὸ τὸν Γιάννη στὶς Πόρτες νὰ σᾶς δώσῃ μπομπότα».
Στὸ δρόμο μετὰ ἀπὸ δυό ἡμέρες περίπου,ἐ πέσαμε στὸ δρόμο ἐπάνω σὲ κάποιους μὲ πολιτικά, ποὺ πήγαιναν μὲ μουλάρια καὶ ἂλογα. «Ποῦ πᾶτε;» Ρώτησε ὁ ἐπικεφαλῆς, ἀφοῦ δώσει τὰ συνθήματα, σύνθημα – παρασύνθημα καὶ ἒκαναν ἀναγνώρισι ποιοί εἶναι. «Πᾶμε στὸ Σιμόπουλο καὶ ἒχουμε καὶ κρατούμενο», τοῦ εἶπε ἐκεῖνος μὲ τὸν γκρᾶ. «Ἀπὸ ἐκεῖ ἒρχομαι. Τὶ ἒχει γίνει, δῶσε μου νὰ ἰδῶ τὰ πρωτόκολλα» τοῦ εἶπε ὁ ἂλλος. Ξεπέζεψαν καὶ μετὰ ἒκατσαν νὰ κουβεντιάσουν.
«Κατέδωσε καὶ μόνο ὁ γέρος τὸν ὑπερασπίστηκε, Ἐπίτροπε» τοῦ εἶπε ἐκεῖνος μὲ τὸν γκρᾶ. «Ἑμεῖς εἲπαμε θάνατος στούς προδότες. Δὲν κάνουμε πίσω!» Τότε ἐκεῖνος, ὁ Ἐπίτροπος, πῆρε τὰ χαρτιά καὶ ἀφοῦ τὰ μελέτησε ἐρώτησε: «Κανένας δὲν εἶναι δικός μας ἀπὸ αὐτούς. Μὴπως ἒπιασαν κανένα δικόν μας οἱ Γερμανοί;» «Ὂχι!». Πῆρε τὴν ἀπάντησι. Τὸτε ἐκεῖνος εἶπε: «Τὸ παιδί εἶναι ἀθῶο. Ἒχουν περάσει κοντά δύο ἑβδομάδες καὶ οἱ Γερμανοί δὲν ἒκαναν οὒτε ἒφοδο». Μετὰ γύρισε τὰ χαρτιά ἀπὸ τὴν πίσω μεριά καὶ ἒγραψε «ΑΘΩΟΣ». Μὲ πλησίασε, μὲ χάϊδεψε στὸ κεφάλι καὶ τοὺς εἶπε νὰ μοῦ δώσουν νερό. Μετὰ μοῦ εἶπε. «Μὴν φοβᾶσαι. Τώρα δὲν θὰ σὲ πειράξῃ κανείς». Ὓστερα ἒφυγαν. Ἑμεῖς, τραβήξαμε πάλι στὸ δρόμο γιὰ τὸ Ἀρχηγεῖο. Ἀπόρησα γιατὶ δὲν ἐπιστρέψαμε. Τὶ ἢθέλαν στὸ Ἀρχηγεῖο;
Δὲν προλάβαμε νὰ πᾶμε πολύ μακριὰ. Μπροστά ἐπέσαμε σὲ ἂλλη μία ὁμάδα. Ὃλοι τους ἦσαν ὁπλισμένοι μὲ τὶς ἀρμάδες σταυρωτά...»
-Χιαστί, τοῦ εἶπα...
«...Ἦσαν τοῦ ΕΛΑΣ. Μᾶς σταμάτησαν καὶ αὐτοί καὶ μᾶς ἐρώτησαν ποῦ πᾶμε. «Πέρα στὸ Κέντρο», τοῦ εἶπαν.Τότε ὁ καπετάνιος ἐπάνω στὸ ἂλογο, ἐπῆρε τὰ χαρτιά καὶ ἐρώτησε κοιτάζοντας μὲ μισό μάτι. «Τὶ ἒκανε;» καὶ ὁ ἂλλος μπροστά τοῦ ἀπάντησε, «Νὰ, κατέδωσε, ἀλλά ὁ Ἐπίτροπος ἒγραψε ἀθῶος».
«Τὶ;», ἒκανε ἐκεῖνος, «Κατέδωσε καὶ τὸν ἀθώωσε;» Μιὰ καὶ δυό γύρισε ἀμέσως τὰ χαρτιά ἀπὸ τὴν πίσω μεριά, χωρίς νὰ τὰ κοιτάξῃ, ἒβαλε δυὸ γραμμές χιαστί καὶ ἒγραψε «καταδότης, θάνατος».
Εἶχα τύχει. Γιατὶ δὲν τὰ πέταξανε τὰ χαρτιά καὶ ὃταν ἐφτάσαμε στὸ Σιμόπουλο, δὲν ἢξεραν τὶ νὰ κάνουν. Τὸτε μὲ ἒστειλαν Ἐξορία στὴν τροφοδοσία, στὰ στάρια καὶ στὶς βρῶμες.
Ἐπῆγα παρέα μὲ κάποιον ἀπὸ τὸν κάμπο. Κουβαλάγαμε στάρια μὲ τὰ μουλάρια ἀπὸ τὴν Ἀμαλιάδα. Ἒμεινα μαζί του τὸν Ἰούλιο καὶ τὸν Αὐγουστο τοῦ 1944. Ἐκεῖνον, ἒμαθα μετὰ, ὃτι τὸν καθάρισαν. Ἂκουσα ὃτι τὸν ἐκτέλεσαν γιατὶ τὸν ἒπιασαν «ἐπ’αὐτοφώρῳ» νὰ κλέβῃ στάρια. Τὸν ἀνακάλυψαν τέλος πάντων νὰ κάνῃ λωποδυτιές.
Ἐγὼ, εὐτυχῶς εἶχα φύγει, τὸτε. Ἢμουν ἀλλοῦ. Μὲ εἶχαν βάλει νὰ κάνω ἂλλες δουλειές. Τὰ χαρτιά μου, φαίνεται πὼς τὰ εἶχαν ξεχάσει σὲ κάνα μπαοῦλο.
Ἐκεῖ νὰ σὲ εἶχα τότε... Νὰ τοὺς ἒβλεπες πῶς χόρευαν καὶ πῶς τραγουδοῦσαν...
 Ὃταν μετὰ, – πότε νὰ ἦταν 20 ἢ 22 Σεπτεμβρίου –, πέρασαν ἀπὸ τὴν περιοχή ὁ Ἂρης ὁ Βελουχιώτης μὲ τὸν Παναγιώτη τὸν Κανελλόπουλο, μοῦ εἶπε ἓνας μὲ τὰ πολιτικά: «Ἒγινε Ἀμνηστία. Τὴ γλύτωσες. Φύγε νὰ πᾶς στὸν πατέρα σου». Μετὰ ἀπὸ δυὸ τρεῖς ἡμέρες ἒφυγα μαζὶ μὲ ἂλλους γιὰ τὸν Κάμπο. Μᾶς εἶπαν ὃτι οἱ Γερμανοί εἶχαν φύγει. Μετὰ ἒμαθα ὃτι οἱ Γερμανοί εἶχαν φύγει ἀπὸ τὸ χωριό τὴν ἡμέρα τοῦ Σταυροῦ (14 Σεπτεμβρίου 1944)».
Μετὰ, ἐπῆρε μιάν ἀνάσα κὶ ἀνακάθησε. Σαν νὰ αἰσθανόταν ἀνακουφισμένος.
-Τὰ χαρτιά τὶ ἀπέγιναν; Τὸν ἐρώτησα.
-Τὰ χαρτιά σκέφτεσαι καϊμένε. Ἐδῶ κοιτάζαμε πῶς νὰ ξεφύγουμε! Εἶπε ἐκεῖνος.
Ὓστερον μὲ κοίταξε μὲ ἓνα ἀστεῖο ὓφος, μὲ ἐκεῖνο τὸ εἰρωνικό καὶ τὸ σαρκαστικό ὓφος ποὺ συνήθιζε νὰ παίρνῃ πολλές φορές, ὃταν μιλοῦσε, χωρίς φόβο. Διότι ὃταν ἐδιηγεῖτο μία ἱστορία νόμιζε κανείς ὃτι κάτι τὸν ἐμπόδιζε νὰ μιλήσῃ μὲ ἐλευθερία. Ἐνῶ ἐκεῖνος ἢθελε νὰ εἶναι ἂφοβος, ἀπελευθερωμένος, ἀθυρόστομος, κυνικός ὃπως ὁ Διογένης, ὁ ἀγαπημένος του φιλόσοφος. Μὲ κοίταξε καὶ ἂρχισε νὰ λέει ἀστεῖες καὶ κωμικοτραγικές ἱστορίες.
«Τὴν ἱστορία μὲ τὸν Ρίλα στὴν ἒχω εἰπεῖ; Μᾶς μάζευε ὁ Ρίλας, ὁ δάσκαλος, στὸ ὓψωμα, στὸ ποτάμι, ὃταν εἶχαν φύγει οἱ Γερμανοί καὶ ἒβγαζε λόγο. Ἀφοῦ μᾶς ἒλεγε ἓνα σωρό γιὰ τὸ σοσιαλισμό, μᾶς φώναζε στὸ τέλος: Ζήτω ὁ Δημοκρατικός Στρατός!
Ζήτωω! Φώναζαν ὃλοι ἀπὸ κάτω.
Μετὰ φώναζε: Ζήτω ὁ Ἐθνικός Στρατός!
Ζήτωω! Ξαναφώναζαν ὃλοι ἀπὸ κάτω!
Τὸτε σήκωνε τὰ χέρια καὶ μούτζωνε πρῶτα τὸν κόσμο καὶ μετὰ τὸν ἐαυτό του:
Νὰ καὶ σεῖς, Νὰ καὶ ‘γὼ!
Αὒριο θὰ σοῦ ‘πῶ τὶ ἒγινε μὲ τὸ δημοψήφισμα τοῦ βασιλιᾶ τὸ 1947», εἶπε καὶ σηκώθηκε.
ΣΣ.
(Δυστυχῶς ὃμως δὲν ὑπῆρξεν συνέχεια, διότι τὸ μαγνητόφωνον ἒσπασε. Ὁ Διονύσιος Κανελλόπουλος, μετὰ ἀπὸ συνεχεῖς πνευμονικές παθήσεις, ἒχασεν τελείως τὰ πνευμόνια του. Εἶχεν ἐπιβιώσει μέσῳ βοτανοθεραπείας καὶ ὂχι μόνον, ἀλλά καὶ τῆς ἰδιαιτέρας φροντίδος τῆς συζύγου του. Ἀπεβίωσεν καθήμενος σὲ καρέκλα, δίπλα σὲ μία φιάλη ὀξυγόνου, τὴν 12 Αύγούστου 1999.  Ἱατρὸς εἶχε διαγνώσει τὸ 1992 ὃτι τὰ πνευμόνια του σάπισαν ἀπὸ παλαιό σφοδρό κτύπημα).
PlatonAfHellas

Inga kommentarer:

Skicka en kommentar